καλαντιστής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καλαντιστής καλαντιστές
γενική καλαντιστή καλαντιστών
αιτιατική καλαντιστή καλαντιστές
κλητική καλαντιστή καλαντιστές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καλαντιστής < κάλαντα + -ιστής < λατινική Kalendae

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καλαντιστής αρσενικό (θηλυκό: καλαντίστρια)

  • αυτός που λέει τα κάλαντα
    Και επειδή το σκοπούμενο δεν είναι να λάβει ο καλαντιστής το δώρο του αλλά να διδαχθεί ο κάθε «αφέντης» να το προσφέρει ανοιχτόκαρδα και ανοιχτοχέρικα («εμείς εδώ δεν ήρθαμε λεφτά για να μας δώσεις, / είναι ντροπή να φύγουμε χωρίς να μας πληρώσεις», τραγουδούσαν προσφυώς οι Επτανήσιοι), ακουγόταν κάποτε αυστηρότατος ο «έπαινος» του «τσιγκούνη αφέντη». (*)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]