καλαφάτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καλαφάτης καλαφάτηδες
γενική καλαφάτη καλαφάτηδων
αιτιατική καλαφάτη καλαφάτηδες
κλητική καλαφάτη καλαφάτηδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καλαφάτης < μεσαιωνική ελληνική καλαφάτης < αραβική كلفت[1] (qalafat)[2]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καλαφάτης αρσενικό

  • αυτός που σφραγίζει τις σχισμές ή ρωγμές των παλαιών ξύλινων πλοίων και βαρκών ή άλλων κατασκευών με ξεφτίσματα από κάβους και στουπί, στριμμένα και ποτισμένα με πίσσα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. Γεώργιος Μπαμπινιώτης, Ετυμολογικό λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, λήμμα καλαφάτης
  2. υπάρχει και η άποψη: < λατινική *calefactor < calefacio (θερμαίνω, ζεσταίνω) < caleo + facio. Βλ. http://www.persee.fr/docAsPDF/nauti_0154-1854_1986_num_6_1_894.pdf Basch Lucien. Note sur le calfatage : la chose et le mot. In: Archaeonautica, 6, 1986. σελ. 195 και υποσημ. 39. Δεν αποδέχεται αραβική προέλευση· doi : https://doi.org/10.3406/nauti.1986.894)