καλεμκερί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καλεμκερί καλεμκεριά
γενική καλεμκεριού καλεμκεριών
αιτιατική καλεμκερί καλεμκεριά
κλητική καλεμκερί καλεμκεριά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καλεμκερί < (…) < περσική قلم ‎(qalam: γραφίδα) (< αρχαία ελληνική κάλαμος (αντιδάνειο)) + کاری ‎(kārī: χειροτεχνία, δεξιοτεχνία)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καλεμκερί ουδέτερο

Υπερώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]