καληνυχτισμένου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος μετοχής
[επεξεργασία]καληνυχτισμένου
- γενική ενικού, αρσενικού γένους του καληνυχτισμένος
- γενική ενικού, ουδέτερου γένους του καληνυχτισμένος
καληνυχτισμένου