καλιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καλιά καλιές
γενική καλιάς καλιών
αιτιατική καλιά καλιές
κλητική καλιά καλιές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καλιά < αρχαία ελληνική καλιά < κᾶλον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.ˈʎa/ και /ka.li.ˈa/

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καλιά θηλυκό

(παρωχημένο) (σπάνιο)
  1. πρόχειρη ξύλινη καλύβα φτιαγμένη από κλαδιά
    συνώνυμα: παράπηγμα
  2. (κατ’ επέκταση) φωλιά πουλιού
  3. (ειδικότερα) (μεταφορικά) ερωτική «φωλιά»
  4. (κεφαλονίτικο ιδίωμα) καλιά μου (σου, του, μας, σας, τους) με ρήμα που δηλώνει κίνηση = πηγαίνω σπίτι μου, φεύγω, αποχωρώ

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική καλιά καλιά καλιαί
Γενική καλιᾶς καλιαῖν καλιῶν
Δοτική καλι καλιαῖν καλιαῖς
Αιτιατική καλιάν καλιά καλιάς
Κλητική καλιά καλιά καλιαί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καλιά < κᾶλον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καλιά θηλυκό (ᾰ)

  1. καλιά
  2. (κατ’ επέκταση) φωλιά πουλιού ή λημέρι ζώου
  3. (κατ’ επέκταση) σιταποθήκη ή αχυρώνας
  4. κτίσμα ή σπήλαιο όπου έχει τοποθετηθεί άγαλμα κάποιου θεού

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]