καλιακούδα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καλιακούδα καλιακούδες
γενική καλιακούδας καλιακούδων
αιτιατική καλιακούδα καλιακούδες
κλητική καλιακούδα καλιακούδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καλιακούδα < καλοιακούδα < κάλοιακας < κόλοιακας < αρχαία ελληνική κολοιός (κάργια)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καλιακούδα θηλυκό

  1. (ορνιθολογία) το πουλί κάργια (Corvus monedula)

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • μαύρη μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]