καλιγωμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική καλιγωμένος καλιγωμένη καλιγωμένο
γενική καλιγωμένου καλιγωμένης καλιγωμένου
αιτιατική καλιγωμένο καλιγωμένη καλιγωμένο
κλητική καλιγωμένε καλιγωμένη καλιγωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καλιγωμένοι καλιγωμένες καλιγωμένα
γενική καλιγωμένων καλιγωμένων καλιγωμένων
αιτιατική καλιγωμένους καλιγωμένες καλιγωμένα
κλητική καλιγωμένοι καλιγωμένες καλιγωμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καλιγωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καλιγώνω < μεσαιωνική ελληνική καλιγώνω / καλλιγώνω < καλίγα / καλλίγα < λατινική caliga < calceus < calx < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) (s)kel- (στρογγυλός, καμπυλωτός)

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

καλιγωμένος, -η, -ο

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]