καλλίγραμμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καλλίγραμμος < (η λέξη μαρτυρείται από το 1890)

Επίθετο[επεξεργασία]

καλλίγραμμος

  1. που έχει όμορφες σωματικές αναλογίες

Μεταφράσεις[επεξεργασία]