καλλίγραμμος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]καλλίγραμμος, -η, -ο
- που έχει όμορφες σωματικές αναλογίες
- ※ Ήταν πολύ ψηλοί και εντυπωσιακά καλλίγραμμοι - ευρύστερνοι και μπρατσωμένοι οι άντρες, με μέση δαχτυλίδι και στήθος που θα τρύπαγε, λες, τα κουρέλια τους οι γυναίκες. Το χρώμα του δέρματός τους σε απωθούσε μοναχά - ένα δυσοίωνο σταχτί, όπως εκείνο που παίρνει ο άνθρωπος αφού πεθάνει ...
- ⌘ Χρήστος Χωμενίδης, Ο κόσμος στα μέτρα του, αρχική δημοσίευση: (2012), εκδόσεις: Πατάκη, Αθήνα 2016, ISBN 9789601645704, @google.gr/books
- ※ Ήταν πολύ ψηλοί και εντυπωσιακά καλλίγραμμοι - ευρύστερνοι και μπρατσωμένοι οι άντρες, με μέση δαχτυλίδι και στήθος που θα τρύπαγε, λες, τα κουρέλια τους οι γυναίκες. Το χρώμα του δέρματός τους σε απωθούσε μοναχά - ένα δυσοίωνο σταχτί, όπως εκείνο που παίρνει ο άνθρωπος αφού πεθάνει ...