καλλίσφυρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: καλλίσφυρη

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ καλλίσφυρος τὸ καλλίσφυρον οἱ, αἱ καλλίσφυροι τὰ καλλίσφυρα
Γενική τοῦ, τῆς καλλισφύρου τοῦ καλλισφύρου τῶν καλλισφύρων τῶν καλλισφύρων
Δοτική τῷ, τῇ καλλισφύρῳ τῷ καλλισφύρῳ τοῖς, ταῖς καλλισφύροις τοῖς καλλισφύροις
Αιτιατική τὸν, τὴν καλλίσφυρον τὸ καλλίσφυρον τοὺς, τὰς καλλισφύρους τὰ καλλίσφυρα
Κλητική καλλίσφυρε καλλίσφυρον καλλίσφυροι καλλίσφυρα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική καλλισφύρω
Γενική-Δοτική καλλισφύροιν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καλλίσφυρος < καλλί- + -σφυρος < σφῦρα

Επίθετο[επεξεργασία]

καλλίσφυρος, -ος, -ον

  • γυναίκα με ωραίους αστραγάλους
    ※  τὸν δὲ ἴδεν Κάδμου θυγάτηρ, καλλίσφυρος Ἰνώ, Λευκοθέη, ἣ πρὶν μὲν ἔην βροτὸς αὐδήεσσα, νῦν δ' ἁλὸς ἐν πελάγεσσι θεῶν ἐξέμμορε τιμῆς (Οδύσσεια Ε, 333 Βικιθήκη)
    (μετάφραση) Κι ἡ κόρη ἡ λευκαστράγαλη τοῦ Κάδμου Ἰνὼ τὸν εἶδε, ἡ Λευκοθέα, ποὺ θνητῆς λαλιᾶ μιλοῦσε πρῶτα, μὰ τώρα θεᾶς στὰ πέλαγα τιμὲς ἀπολαβαίνει (μετάφραση Εφταλιώτη Βικιθήκη)
    ※  ὑπέφαινε δὲ καὶ τὰ χείλη ἐρυθρά, καὶ οἱ ὀδόντες λευκότεροι χιόνος ἦσαν. ἦν δὲ καὶ τὰ σφυρὰ ἀγαθὴ καὶ οἵας Ὅμηρος λέγει τὰς ὡραιοτάτας γυναῖκας κατὰ τὴν ἑαυτοῦ φωνήν, καλλισφύρους ὀνομάζων. (Ποικίλη Ιστορία, ιβ, Κλαύδιος Αιλιανός)
    (μετάφραση) είχε δε και κόκκινα χείλη και τα δόντια της ήταν λευκότερα και από χιόνι. Είχε δε και όμορφους αστραγάλους και για τους οποίους ο Όμηρος αναφέρει για τις ωραιότατες γυναίκες με τη ίδια του τη φωνή και τις ονομάζει καλλίσφυρες (ομορφο-αστράγαλες)

Πηγές[επεξεργασία]