καλλιέργεια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καλλιέργεια καλλιέργειες
γενική καλλιέργειας καλλιεργειών
αιτιατική καλλιέργεια καλλιέργειες
κλητική καλλιέργεια καλλιέργειες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καλλιέργεια < ελληνιστική κοινή καλλιεργία < καλιεργέω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική culture)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.li.ˈɛɾ.ʝi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καλλιέργεια θηλυκό

  1. η φύτευση, το πότισμα και η γενική φροντίδα φυτών, συνήθως για ανθρώπινη χρήση, ώστε να ευδοκιμούν
    οι περισσότεροι αγρότες της περιοχής ασχολούνται με την καλλιέργεια της ροδακινιάς
  2. τόπος στον οποίον συστηματικά καλλιεργούνται φυτά
    το κλίμα κάνει τον τόπο ιδανικό για τις ορεινές καλλιέργειες
  3. (μεταφορικά) ενθάρρυνση και υποστήριξη της ανάπτυξης μιας ικανότητας, δεξιότητας, πρακτικής κλπ
    ένας σκοπός του μαθήματος είναι η καλλιέργεια της κριτικής σκέψης
    Η μουσική μου καλλιέργεια ξεκίνησε μ' αυτούς τους ήχους στ' αυτιά μου. (Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους)
  4. (κατ’ επέκταση) η δημιουργία συνθηκών, η λήψη των κατάλληλων μέτρων για την ανάπτυξη κάποιου πράγματος
    η καλλιέργεια καλύτερων σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]