καλλιγραφία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η καλλιγραφία οι καλλιγραφίες
      γενική της καλλιγραφίας των καλλιγραφιών
    αιτιατική την καλλιγραφία τις καλλιγραφίες
     κλητική καλλιγραφία καλλιγραφίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καλλιγραφία < ελληνιστική κοινή καλλιγραφία < αρχαία ελληνική καλλιγραφέω < καλλι- + γράφω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καλλιγραφία θηλυκό

  1. τρόπος γραφής που χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη επιμέλεια και καλλιτεχνία
  2. (μεταφορικά) εμμονή σε ανούσιες λεπτομέρειες

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]