καλμάρω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καλμάρω < ιταλική calmare < calma

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

καλμάρω

  1. ηρεμώ
    Ο θυμός του γραμματικού είχε καλμάρει. (Νίκος Καββαδίας, Βάρδια)
  2. καταπραΰνω
  3. μειώνω ή μετριάζω την ένταση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]