καλοβαλμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- καλοβαλμένος < καλο- + βαλμένος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Μετοχή
[επεξεργασία]καλοβαλμένος, -η, -ος
- (μεταφορικά) κάποιος που φαίνεται σε καλή κατάσταση
- ※ Είναι ψηλός, λεπτός, καλοβαλμένος, ένας σεμνός ευπατρίδης με χριστιανική φυσιογνωμία. (Δοκίμια καί άλλα κείμενα σαράντα πέντε έτών (1935- 1980), Παναγιώτης Κανελλόπουλος)
- κάποιος που έχει μπει σε σωστή / καλή θέση
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] καλοβαλμένος
|