καλοκαιριάζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καλοκαιριάζω < καλοκαίρι + -άζω < μεσαιωνική ελληνική καλοκαίρι(ν) < καλοκαίριον < αρχαία ελληνική καλός + καιρός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.lɔ.cε.ɾʝa.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

καλοκαιριάζω

  1. (λαϊκότροπο) περνώ κάπου το καλοκαίρι μου
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: καλοκαιρεύω, παραθερίζω
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: διαχειμάζω, ξεχειμωνιάζω
  2. (απρόσωπο) καλοκαιριάζει:
    1. αρχίζει το καλοκαίρι
    2. γίνεται καλύτερος ο καιρός από χειρότερος που ήταν (ακόμα και σε άλλη εποχή εκτός καλοκαιριού)

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]