καλοκαιρινός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική καλοκαιρινός καλοκαιρινή καλοκαιρινό
γενική καλοκαιρινού καλοκαιρινής καλοκαιρινού
αιτιατική καλοκαιρινό καλοκαιρινή καλοκαιρινό
κλητική καλοκαιρινέ καλοκαιρινή καλοκαιρινό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καλοκαιρινοί καλοκαιρινές καλοκαιρινά
γενική καλοκαιρινών καλοκαιρινών καλοκαιρινών
αιτιατική καλοκαιρινούς καλοκαιρινές καλοκαιρινά
κλητική καλοκαιρινοί καλοκαιρινές καλοκαιρινά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καλοκαιρινός < μεσαιωνική ελληνική καλοκαιρινός < καλοκαίρι(ν) < καλοκαίριον < καλός + αρχαία ελληνική καιρός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

καλοκαιρινός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με το καλοκαίρι, αναφέρεται σ’ αυτό, συμβαίνει κατά τη διάρκειά του ή χρησιμοποιείται το καλοκαίρι
  2. (ουσιαστικοποιημένο) καλοκαιρινά: ρούχα που φοριούνται κυρίως το καλοκαίρι

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]