καλοπληροφορημένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

καλοπληροφορημένος[1] < καλο- + πληροφορημένος

Μετοχή[επεξεργασία]

αρσενικό, θηλυκό, ουδέτερο

  1. γνώστης, καλά πληροφορημένος
  2. (μεταφορικά) ευφυής

Μεταφράσεις[επεξεργασία]