καλοστέριωτος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]καλοστέριωτος
- ως ευχή, προκειμένου να εδραιωθεί κάποιος και να ευδοκιμήσει σε κάποιον τομέα
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] καλοστέριωτος
|
|