καλοφαγάς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καλοφαγάς καλοφαγάδες
γενική καλοφαγά καλοφαγάδων
αιτιατική καλοφαγά καλοφαγάδες
κλητική καλοφαγά καλοφαγάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

καλοφαγάς < καλός + φαγάς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

καλοφαγάς αρσενικό

  1. αυτος που τρώει καλά, αριστοκρατικά, που του αρέσουν τα εκλεκτά εδέσματα

32πχ Μεταφράσεις[]