καλοφτιαγμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική καλοφτιαγμένος καλοφτιαγμένη καλοφτιαγμένο
γενική καλοφτιαγμένου καλοφτιαγμένης καλοφτιαγμένου
αιτιατική καλοφτιαγμένο καλοφτιαγμένη καλοφτιαγμένο
κλητική καλοφτιαγμένε καλοφτιαγμένη καλοφτιαγμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καλοφτιαγμένοι καλοφτιαγμένες καλοφτιαγμένα
γενική καλοφτιαγμένων καλοφτιαγμένων καλοφτιαγμένων
αιτιατική καλοφτιαγμένους καλοφτιαγμένες καλοφτιαγμένα
κλητική καλοφτιαγμένοι καλοφτιαγμένες καλοφτιαγμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καλοφτιαγμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καλοφτιάχνω ή καλοφτιάνω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.lɔ.ftçaɣˈmε.nɔs/

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

καλοφτιαγμένος αρσενικό, καλοφτιαγμένη θηλυκό, καλοφτιαγμένο ουδέτερο

  1. που έχει φτιαχτεί με προσοχή και καλαισθησία
  2. (για έμψυχα) όμορφος

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]