Μετάβαση στο περιεχόμενο

καλσόν

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
καλσόν < γαλλική caleçon

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

καλσόν ουδέτερο άκλιτο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]