καλτσοδέτα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- καλτσοδέτα < καλτσοδέτης με μεταπλασμό σε θηλυκό με -α < κάλτσα + δένω
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /kal.t͡soˈðe.ta/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : καλ‐τσο‐δέ‐τα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]καλτσοδέτα θηλυκό
- (ενδυμασία) ελαστική ταινία που συγκρατεί μια κάλτσα ψηλά, πάνω ή κάτω από το γόνατο
- ※ Διὰ νὰ σχηματίσητε ἰδέαν τοῦ βαθμοῦ εἰς τὸν ὁποῖον ἔφθασεν ἡ ἀγωνομανία, ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι κάθε ἀπόγευμα περὶ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου ἠμπορεῖ ὁ διαβάτης νὰ καμαρώση περὶ τὸν Πλάτανον τῆς Πλάκας καὶ τὸ φανάρι τοῦ Διογένους, ἐκτὸς τῶν παίδων καὶ νεανίσκων, καὶ ἀρκετὰ μεγάλα ἀγοροκόριτζα νὰ σηκώνουν βάρη, νὰ πηδοῦν, νὰ ρίπτουν δίσκους καὶ νὰ τρέχουν, χωρὶς φόβον νὰ δείξουν τὸ χρῶμα τῆς καλτσοδέτας των, συμμεριζόμενα, ὡς φαίνεται, τὰς περὶ ἐξισώσεως τῶν δυὸ φύλων προοδευτικὰς ἰδέας τῆς «Ἐφημερίδος τῶν Κυριῶν». (Εμμανουήλ Ροΐδης, Οι Αθηναϊκοί δρόμοι, 1896)
- ※ Ἄνωθεν τοῦ γόνατος ἡ καλτσοδέτα ἐκ λευκῆς δαντέλας περιενδύουσα τὸ ἐλαστικὸν συνεκράτει τὴν κάλτσαν καὶ πιέζουσα τὴν σάρκα τὴν ἀπώθει πρὸς τὸ γόνατον, τὸ ὁποῖον ἐφαίνετο παχύτερον καὶ στρογγυλώτερον. (Ν. Ι. Σπανδώνης, Η Αθήνα μας, έκδοσις πρώτη, τόμος δεύτερος, Αθήνα, εκδ. κατάστημα Γεωργίου Δ. Φέξη, 1893, σελ. 397 )