καλυκοποιείο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]καλυκοποιείο ουδέτερο
- ο εργοστάσιο παραγωγής καλύκων για πυροβόλα όπλα
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] καλυκοποιείο