καλόβουλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική καλόβουλος καλόβουλη καλόβουλο
γενική καλόβουλου καλόβουλης καλόβουλου
αιτιατική καλόβουλο καλόβουλη καλόβουλο
κλητική καλόβουλε καλόβουλη καλόβουλο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καλόβουλοι καλόβουλες καλόβουλα
γενική καλόβουλων καλόβουλων καλόβουλων
αιτιατική καλόβουλους καλόβουλες καλόβουλα
κλητική καλόβουλοι καλόβουλες καλόβουλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία el[επεξεργασία]

καλόβουλος < → δείτε τις λέξεις: καλός και βουλή

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.ˈlɔ.vu.lɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

καλόβουλος, -η, -ο

  1. αυτός που έχει καλή βούληση, καλή θέληση

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]