καλύβη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καλύβη < αρχαία ελληνική

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καλύβη θηλυκό

  1. η καλύβα
  2. (στο Άγιο Όρος) η κατοικία ενός μοναχού που μαζί με άλλες αποτελούν μια σκήτη

Μεταφράσεις[επεξεργασία]