καλύπτομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καλύπτομαι: παθητική φωνή του ρήματος καλύπτω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

καλύπτομαι

  1. σκεπάζομαι
  2. αποτελώ το θέμα με το οποίο ασχολείται κάποιος επιστημονικά ή δημοσιογραφικά
  3. κρίνω ικανοποιητικά όσα έχουν ειπωθεί ήδη σε μια συζήτηση και δεν νιώθω ότι χρειάζεται να προσθέσω κάτι ή να θέσω κάποια ερώτηση
  4. κατά τη διάρκεια μάχης παίρνω θέση κατάλληλη για να προστατεύσω τον εαυτό μου από τα εχθρικά πυρά, πχ πέφτοντας στο έδαφος και βάζοντας τα χέρια στο κεφάλι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]