καμάρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: κάμαρα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καμάρα καμάρες
γενική καμάρας καμαρών
αιτιατική καμάρα καμάρες
κλητική καμάρα καμάρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καμάρα < αρχαία ελληνική καμάρα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kh₂em- (καμπή)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καμάρα θηλυκό

  1. σκεπαστή κατασκευή σε σχήμα τόξου
  2. (ανατομία) το μέρος του πέλματος του ποδιού που έχει σχήμα θόλου
    συνώνυμα: αντίκοιλο
  3. το σχετικό με το παραπάνω τμήμα ενός παπουτσιού
  4. (αθλητισμός) καμπή του σώματος προς τα πίσω, ώστε να σχηματίζεται μ' αυτό ένα τόξο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καμάρα < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kam- (καμπή)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καμάρα θηλυκό

  1. τοξοειδής αψίδα
  2. κάθε θολωτή κατασκευή

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

ιωνικός τύπος: καμάρη