καμέραμαν

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καμέραμαν αρσενικό άκλιτο