καμήλα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : καμηλό, καμηλαύκι

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καμήλα καμήλες
γενική καμήλας καμηλών
αιτιατική καμήλα καμήλες
κλητική καμήλα καμήλες
Μια καμήλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καμήλα < μεσαιωνική ελληνική καμήλα < αρχαία ελληνική κάμηλος (πβ. λατινικά camela) < πρωτοσημιτική *gamal

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καμήλα θηλυκό

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]