καμαρώνομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καμαρώνομαι< παθητική φωνή του ρήματος καμαρώνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

καμαρώνομαι

  1. υπερηφανεύομαι, νομίζω πως τα ξέρω όλα.
    Ο Γιώργος όταν ήταν μικρός καμαρωνόταν επειδή ήθελε να δείξει στους υπόλοιπους συμμαθητές του πως ήταν ο καλύτερος.
    Κώστα, σαν να μου φαίνεται πως πολύ μας καμαρώνεσαι τελευταία. Σε παρακαλώ να σταματήσεις επειδή δεν είσαι καλύτερος από μας τους άλλους.

Κλίση[επεξεργασία]

Να απορρίψουμε