καμαρώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

καμαρώνω < αρχαία ελληνική καμαρῶ (-όω) < αρχαία ελληνική καμάρα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ka.ma.ˈɾɔ.nɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[]

καμαρώνω

  1. έχω κάποιον ή κάτι για καμάρι
    σε καμαρώνω για όσα έχεις πετύχει
  2. περηφανεύομαι, καυχιέμαι, κορδώνομαι, νιώθω ικανοποίηση
    για δες τον πώς καμαρώνει σαν γύφτικο σκεπάρνι!
  3. (ειρωνικά) έρχομαι αντιμέτωπος με μια αποτυχημένη ή λανθασμένη ενέργεια
    για καμαρώστε με τη συμπεριφορά σας!

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]