καμινέτο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το καμινέτο τα καμινέτα
      γενική του καμινέτου των καμινέτων
    αιτιατική το καμινέτο τα καμινέτα
     κλητική καμινέτο καμινέτα
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καμινέτο < ιταλική caminetto < camino < λατινική caminus < αρχαία ελληνική κάμινος (αντιδάνειο)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.mi.'nε.to/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καμινέτο ουδέτερο

  1. ειδική φορητή συσκευή, που με την προσάρτηση φιάλης προπανίου, βουτανίου ή άλλου υλικού στο κάτω μέρος δημιουργεί φλόγα στο πάνω μέρος της συσκευής και χρησιμοποιείται στη μαγειρική
    Ο Σωτήρης ξύπνησε, έβαλε να ψήσει καφέ στο καμινέτο. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)
  2. (κατ' επέκταση) ανάλογη συσκευή που από ειδικό επιστόμιο βγάζει ρυθμιζόμενη φλόγα για διάφορες χρήσεις και εργασίες
     συνώνυμα: φλόγιστρο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]