καμινεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καμινεύω < αρχαία ελληνική καμινεύω

Ρήμα[επεξεργασία]

καμινεύω

  1. λιώνω μέταλλο στο καμίνι και το επεξεργάζομαι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καμινεύω < κάμινος

Ρήμα[επεξεργασία]

καμινεύω