καμμώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- καμμώ < μεσαιωνική ελληνική καμμύω
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /kaˈmːo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : καμ‐μώ
Ρήμα
[επεξεργασία]καμμώ
- (ιδιωματικό των Δωδεκανήσων) (κυπριακά) άλλη μορφή του καμμύω
- (κυπριακά) μετρώ στο παιδικό παιγνίδι του κρυφτού
-Ποιος εν που καμμά; -Εγιώνι να καμμήσω ως το 'κοσι δκιο!
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] καμμώ
|
→ δείτε τη λέξη καμμύω |