Μετάβαση στο περιεχόμενο

καμμῶν

Από Βικιλεξικό
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται επιμέλεια και έλεγχο
Παρακαλούμε συμπληρώστε, τεκμηριώστε το λήμμα και βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι το λήμμα ανταποκρίνεται στα κριτήρια του Βικιλεξικού.
Σελίδες που δεν ανταποκρίνονται στα κριτήρια συμπερίληψης του Βικιλεξικού μπορούν να διαγραφτούν.


Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Μετοχή

[επεξεργασία]

καμμῶν

  • μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος καμμῶ που ανήκει στην κλίση -ῶν, -ῶσα, -ῶν (Χρειάζεται έλεγχο)
      16ος αιώνας, Κυπριακά ερωτικά ποιήματα (1546-1570), ανωνύμου, ποίημα 46, στίχ. 8 (5-8) στο Émile Legrand, (επιμ.), Bibliothèque grecque vulgaire, Τόμος 2 @books.google.gr
    ἀμμʼ ἐγὼ ξεύρω γιάντα ʼσαι χαέλλιν,
    καὶ τὴν ποθῶ νὰ ʼδῇς οὐδὲν γυρεύγεις,
    γιατὶ, ἂν τὴ ʼδῇς ποθαίνῃς ἀγαπῶντα,
    γιʼ αὐτὸν δοξεύγεις κὴ ἀχτυπᾷς καμμῶντα.
    [] τοξεύεις και χτυπάς ενώ μισοκοιμάται (Χρειάζεται έλεγχο)