καμουχάς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καμουχάς καμουχάδες
γενική καμουχά καμουχάδων
αιτιατική καμουχά καμουχάδες
κλητική καμουχά καμουχάδες
Βαρύτιμο οθωμανικό ύφασμα τύπου καμουχά.

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καμουχάς < τουρκική kemha < περσική کمخا (kamḵẖā)[1]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.mu.ˈxas/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καμουχάς αρσενικό

  1. ύφασμα με μετάξι και σχέδια από στοιχεία φυτών (φύλλα, κλαδιά)[2]

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. καμουχάς - Επιτομή του Λεξικού Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). greek‑language.gr - η Πύλη για την ελληνική γλώσσα (του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας). 
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[επεξεργασία]

  • Vryzidis, Nikolaos. Ottoman textiles and Greek clerical vestments (αγγλικά) [Οθωμανικά υφάσματα και ελληνικά ενδύματα κληρικών] @www.cambridge.org. uploaded:2018.03.13. retr:2018.11.21. (Με τρία παραθέματα για τη λέξη χαμουχᾶς)