καμπή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: κάμπη

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καμπή καμπές
γενική καμπής καμπών
αιτιατική καμπή καμπές
κλητική καμπή καμπές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καμπή < αρχαία ελληνική καμπή < κάμπτω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καμπή θηλυκό

  1. το σημείο στο οποίο μία γραμμή κάμπτεται, καμπυλώνεται και αλλάζει διεύθυνση
    συνώνυμα: στροφή (για δρόμους)
  2. (μεταφορικά) κρίσιμη χρονική περίοδος κατά την οποία επέρχονται σημαντικές αλλαγές
    Στο ερώτημα «να ζει κανείς ή να μη ζει;», μόνο ο Αμλετ (και όσοι σε κάποια καμπή του βίου τους παίρνουν αμλέτειες διαδρομές) έβλεπε δυνατές και λογικές και τις δύο απαντήσεις, την καταφατική και την αρνητική. (Παντελής Μπουκάλας, "Ο Αμλετ και το ευρώ", εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 9 Νοεμβρίου 2011)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]