καμπανούλα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καμπανούλα καμπανούλες
γενική καμπανούλας καμπανούλων
αιτιατική καμπανούλα καμπανούλες
κλητική καμπανούλα καμπανούλες
Καμπανούλα των Ορειάδων (campanula oreadum) «αλπικό φυτό»

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καμπανούλα < καμπάνα + υποκοριστικό επίθημα -ούλα < μεσαιωνική ελληνική καμπάνα < υστερολατινική campana < λατινική Campana, θηλυκό του Campanus < Campania < campus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kh₂emp- (κάμπτω, λυγίζω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καμπανούλα θηλυκό

  1. υποκοριστικό του καμπάνα
    Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές : καμπανίτσα
  2. (βοτανική) είδος λουλουδιού (Campanula spatulata)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κωδωνανθός, καμπανανθός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

για γλώσσες που δεν διαχωρίζουν το υποκοριστικό σε αυτόν τον όρο (ή γενικά) δείτε καμπάνα