καμπανούλα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καμπανούλα καμπανούλες
γενική καμπανούλας καμπανούλων
αιτιατική καμπανούλα καμπανούλες
κλητική καμπανούλα καμπανούλες
Καμπανούλα των Ορειάδων (campanula oreadum) «αλπικό φυτό»

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καμπανούλα < υποκοριστικό του καμπάνα + -ούλα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καμπανούλα θηλυκό

  1. υποκοριστικό του: καμπάνα
  2. είδος λουλουδιού (Campanula spatulata)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

για γλώσσες που δεν διαχωρίζουν το υποκοριστικό σε αυτόν τον όρο (ή γενικά) δείτε καμπάνα