καμπούρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καμπούρα καμπούρες
γενική καμπούρας καμπουρών
αιτιατική καμπούρα καμπούρες
κλητική καμπούρα καμπούρες

συνηθέστερη γενική πληθυντικού: των καμπούρων

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καμπούρα < καμπούρης < τουρκική kambur < αρχαία ελληνική καμπύλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καμπούρα θηλυκό

  1. παραμορφωτική κύρτωση της ράχης
  2. (μεταφορικά) η ράχη, η πλάτη· λέγεται για οτιδήποτε μας επιβαρύνει
    έχει εξήντα χρόνια στην καμπούρα του
  3. (κατ' επέκταση) οποιαδήποτε κύρτωση μιας επιφάνειας
  4. ο ύβος της καμήλας

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

καμπούρα θηλυκό