καμπούρης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καμπούρης καμπούρηδες
γενική καμπούρη καμπούρηδων
αιτιατική καμπούρη καμπούρηδες
κλητική καμπούρη καμπούρηδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καμπούρης < καμπούρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καμπούρης αρσενικό

  1. άτομο που έχει καμπούρα
    ο Κουασιμόδος ήταν ένας καμπούρης και κακάσχημος κωδωνοκρούστης στην Παναγία των Παρισίων

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • δεν σε είπαμε και καμπούρη: για να μετριάσουμε τον εκνευρισμό του συνομιλητή μας που έχει ενοχληθεί από π.χ. κριτική ή παράπονα μας κι αντιδρά ωσάν να είχε δεχτεί προσωπική προσβολή
  • στου καμπούρη την πλάτη:

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]