καμφορά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καμφορά καμφορές
γενική καμφοράς καμφορών
αιτιατική καμφορά καμφορές
κλητική καμφορά καμφορές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καμφορά < μεσαιωνική ελληνική καφουρά < αραβική كافور (kāfūr) < περσική كافور (kāfūr)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καμφορά θηλυκό

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]