καμωματού

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καμωματού καμωματούδες
γενική καμωματούς καμωματούδων
αιτιατική καμωματού καμωματούδες
κλητική καμωματού καμωματούδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καμωματού < κάμωμα + -ού

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καμωματού θηλυκό

  • γυναίκα που της αρέσει να κάνει καμώματα και να έλκει το ενδιαφέρον (των ανδρών)
    Καμωματού, ναζού, μαστόρισσα, αντροχωρίστρα, ξεμυαλίστρα, / με έκανες και χώρισα και μ’ έδιωξες, κακίστρα. (Από το τραγούδι Μαστόρισσα καμωματού σε στίχους και μουσική Κώστα Σκαρβέλη)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]