κανάλι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κανάλι κανάλια
γενική καναλιού καναλιών
αιτιατική κανάλι κανάλια
κλητική κανάλι κανάλια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κανάλι < μεσαιωνική ελληνική κανάλι(ν) < ελληνιστική κοινή κανάλιον < λατινική canalis < canna < αρχαία ελληνική κάννα (καλάμι) (αντιδάνειο)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kaˈna.li/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κανάλι ουδέτερο

  1. υδάτινο πέρασμα
    1. διώρυγα
    2. δίαυλος
    3. λούκι
  2. μια ορισμένη περιοχή συχνοτήτων
    συντόνισέ το στο κανάλι 50 των UHF
  3. τηλεοπτικός σταθμός
    αυτός ο παρουσιαστής φέτος πήγε σε άλλο κανάλι
  4. διαδικτυακός τόπος όπου γίνεται chat
    το #wiktionary-el είναι το κανάλι IRC του Βικιλεξικού
  5. σύνολο ατόμων, υλικού, θέσεων μεταφοράς ανθρώπων, υλικού, πληροφοριών ή καταστάσεων
    οι πληροφορίες του δεν είναι πάντα από αξιόπιστα κανάλια
    η εταιρεία μας διανέμει τα προϊόντα μέσα από δικά της εμπορικά κανάλια'
    το Διαδίκτυο είναι ένα σύγχρονο κανάλι επικοινωνίας και άντλησης πληροφοριών
  6. δίαυλος καταγραφής ήχου ή κατά πλάτος (και όχι διάρκεια-μήκος) υποδιαίρεση μαγνητοταινίας
    πέρασε σήμα από διπλανό κανάλι (στην μπομπίνα)
  7. (ανατομία) διάφορες αύλακες στο σώμα, νευρικό κανάλι κτλ.

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]