κανάστα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κανάστα < ισπανική canasta

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κανάστα θηλυκό

  1. είδος χαρτοπαίγνιου

Μεταφράσεις[επεξεργασία]