καναδέζα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: Καναδέζα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καναδέζα καναδέζες
γενική καναδέζας
αιτιατική καναδέζα καναδέζες
κλητική καναδέζα καναδέζες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καναδέζα < καναδέζ(ος) + (-έζα)
για το στρατιωτικό όχημα → λείπει η ετυμολογία
Μια καναδέζα.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καναδέζα θηλυκό

  1. (επιθετική λειτουργία) η Καναδέζαδείτε τη λέξη: Καναδή
  2. (στρατιωτικός όρος, ανεπίσημο) οποιοδήποτε όχημα (φορτηγό) με ωφέλιμο φορτίο μεταξύ 1/2 και 1 1/4 του τόνου (αρχικά αναφερόταν στα οχήματα της σειράς WC του Β΄ Παγκοσμίου της Dodge και τα μεταγενέστερα Μ37)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

για γλώσσες που δεν έχουν ξεχωριστή λέξη για το θηλυκό σε αυτόν τον όρο (ή γενικά) δείτε Καναδός