Μετάβαση στο περιεχόμενο

καναντέρ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
Δύο καναντέρ που προσθαλασσώνονται.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
καναντέρ < απροσάρμοστο (λόγιο δάνειο) γαλλική canadair < κατασκευάστρια εταιρεία Canadair < Canada + air

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

καναντέρ ουδέτερο άκλιτο

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]