κανείς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: κάνεις

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κανείς < μεσαιωνική ελληνική κανένας/κανείς < κἄν (ούτε) + εἷς (ένας)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.ˈnis/

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]

Αντωνυμία[επεξεργασία]

κανείς

δείτε τη λέξη κανένας