κανελής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κανελής κανελιά κανελί
γενική (κανελιού), κανελή κανελιάς (κανελιού)
αιτιατική κανελή κανελιά κανελί
κλητική κανελή κανελιά κανελί
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κανελιοί κανελιές κανελιά
γενική κανελιών κανελιών κανελιών
αιτιατική κανελιούς κανελιές κανελιά
κλητική κανελιοί κανελιές κανελιά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κανελής < κανέλα

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κανελής -ιά -ί

  1. αυτός που έχει το ανοιχτό καφέ χρώμα της κανέλας
    κανελί σκυλί.
    κανελί κοτλέ παντελόνι.
  2. το ουδέτερο ως ουσ: Το κανελίδείτε τη λέξη: .

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]