κανέλα

Από Βικιλεξικό
(Ανακατεύθυνση από καννέλα)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

το δέντρο κανέλα
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κανέλα κανέλες
γενική κανέλας
αιτιατική κανέλα κανέλες
κλητική κανέλα κανέλες
το μπαχαρικό κανέλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κανέλα < ιταλική cannella < (υστερολατινική) cannella, υποκοριστικό του canna (καλάμι) < αρχαία ελληνική κάννα (καλάμι) (αντιδάνειο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κανέλα θηλυκό

  1. (βοτανική) μικρό αειθαλές δέντρο (λατινικό όνομα Cinnamomum verum) που κατάγεται από την Κεϋλάνη, με ωοειδή φύλλα και πρασινωπά άνθη
  2. (γαστρονομία) αρωματικό μπαχαρικό που παράγεται από τη φλούδα του ομώνυμου δέντρου

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

Εκφράσεις[]

  • Από την Πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα: λέγεται για καταστάσεις ή λόγια ανόητα και ασυνάρτητα (*, *)

32πχ Μεταφράσεις[]