κανονιέρης
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κανονιέρης < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κανονιέρης αρσενικό
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κανονιέρης
|
|
κανονιέρης αρσενικό
|
|