κανονισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : κανόνισμα

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κανονισμός κανονισμοί
γενική κανονισμού κανονισμών
αιτιατική κανονισμό κανονισμούς
κλητική κανονισμέ κανονισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κανονισμός < κανονίζω + -μός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική règlement)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.nɔ.ni.ˈzmɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κανονισμός αρσενικό

  1. οι οδηγίες που υποχρεώνονται να λαμβάνουν υπόψη τους και να ακολουθούν τα άτομα ενός οργανωμένου συνόλου (σε σχολείο, στρατό, πολυκατοικία κ.λπ.)
  2. (κατ’ επέκταση) το έντυπο που περιέχει τις οδηγίες αυτές

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική κανονισμός κανονισμώ κανονισμοί
Γενική κανονισμοῦ κανονισμοῖν κανονισμῶν
Δοτική κανονισμ κανονισμοῖν κανονισμοῖς
Αιτιατική κανονισμόν κανονισμώ κανονισμούς
Κλητική κανονισμέ κανονισμώ κανονισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κανονισμός < αρχαία ελληνική κανονίζω + -μός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κανονισμός αρσενικό